«Σκέψεις και συμπεράσματα από ομάδα πατεράδων» | 11η ΠΣΦΠ (εισήγηση, βίντεο) 

11η Πανελλήνια Συνάντηση Φορέων Πρόληψης της Εξάρτησης, «ΣυμΠλέοντας, Ξαναχτίζουμε Κοινότητες», Ερμούπολη, Σύρος, 18 – 21 Οκτωβρίου 2017
«Σκέψεις και συμπεράσματα από ομάδα πατεράδων» 

Ν. Τσακμάκης, Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας Π.Ε. Κοζάνης «Ορίζοντες», Ελλάδα

Προφορική ανακοίνωση στην ενότητα: «Ενήλικες υποστηρικτές»

Περίληψη

Σκέψεις και συμπεράσματα από ομάδα πατεράδων.

Είναι γνωστό ότι για έναν σημαντικό αριθμό εξαρτημένων, κυρίως αγοριών, η απουσία του πατέρα (φυσική ή συναισθηματική) αποτελεί παράγοντα κλειδί. Για τους φορείς πρόληψης έχει ιδιαίτερη αξία να βρίσκουν τρόπους να προσελκύουν στα προγράμματα πρόληψης και άνδρες.

Σκοπός της ανακοίνωσης είναι να παρουσιάσει τα συμπεράσματα μιας ομάδας που αποτελούνταν από 18 πατεράδες και οργανώθηκε από το Κέντρο Πρόληψης  Κοζάνης.

Ορισμένα από τα συμπεράσματα περιληπτικά:

α) Με κριτήριο στη συμμετοχή τους στη ζωή των παιδιών – και όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονται – υπήρχε μεγάλη ανομοιογένεια. Υπήρχαν πατεράδες που θεωρούσαν ότι – τουλάχιστον κατά περιόδους – ήταν έξω από την ζωή των παιδιών τους αλλά και άλλοι που μιλούσαν για «υπεραπασχόληση» με τα παιδιά.

β) Εξέφραζαν μεγάλη αγωνία για το πώς χειρίζονται τα θέματα στα οποία διαφωνούν με την σύζυγο τους.

γ) Από πολύ νωρίς δήλωναν ότι η ομάδα τους βοηθάει να είναι πιο ήρεμοι στο σπίτι και πιο σίγουροι για τις απόψεις τους.

Δέκα μήνες μετά από το πέρας της πρώτης σειράς συναντήσεων πραγματοποιήθηκαν άλλες δύο. Στο πλαίσιο αυτών των συναντήσεων τους  ζητήθηκε να αξιολογήσουν την σημασία που είχε γι’ αυτούς η ομάδα. Η πλειοψηφία εκτίμησε ότι η συμμετοχή στην ομάδα ήταν πολύ βοηθητική και έφερε οφέλη με διάρκεια στο χρόνο. Τα επιμέρους στοιχεία που οι ίδιοι αξιολόγησαν σαν σημαντικά, ήταν ότι κατανόησαν την έννοια του τι σημαίνει να είσαι πραγματικά παρών στην ζωή του παιδιού σου και της αξίας του να είσαι καλός ακροατής.

Παρουσίαση

Εισήγηση

Στόχος του άρθρου είναι να παρουσιάσει κάποιες σκέψεις με αφορμή μια ομάδα πατεράδων που λειτούργησε στην Κοζάνη το 2016 – 2017. Γίνεται λόγος για σκέψεις και όχι για συμπεράσματα με την αυστηρή επιστημονική έννοια το όρου γιατί το όλο εγχείρημα αφορά μια μόνο ομάδα και κατά συνέπεια το δείγμα είναι πολύ μικρό και δεν προσφέρεται για κάτι τέτοιο. Ειδικότερα, ο στόχος είναι να παρουσιαστούν τα θέματα που απασχόλησαν τους άνδρες, τον τρόπο με τον οποίο τα διαπραγματεύτηκαν και κυρίως το συναισθηματικό κλίμα.

Από τις μέχρι σήμερα μελέτες  δεν έχει βρεθεί ότι  υπάρχει ένα συγκεκριμένο οικογενειακό μοντέλο που οδηγεί  στην εξάρτηση. Ωστόσο όμως, σε πολλές οικογένειες η απουσία του πατέρα φυσική ή συναισθηματική, έχει ρόλο κλειδί στις εξαρτητικές συμπεριφορές των παιδιών.  Στις ίδιες οικογένειες, η μητέρα περιγράφεται σαν υπερπροστατευτική και με συμβιωτικού τύπου σχέσεις με τον εξαρτημένο (Μάτσα, 1994). Φαίνεται ότι η απουσία του πατέρα από την οικογενειακή ζωή ευνοεί την υπερεμπλοκή της μητέρας στην ζωή του παιδιού και η υπερεμπλοκή της ενισχύει και συντηρεί την συναισθηματική απουσία του πατέρα. Το ζευγάρι στο επίπεδο του συναισθήματος δεν λειτουργεί και τα παιδιά αποτελούν την «συγκολλητική ουσία» της σχέσης.

Η σχετικά αδύναμη παρουσία των ανδρών  στην ζωή των παιδιών τους αντανακλάται και στα προγράμματα πρόληψης∙ μάλλον θα ήταν παράδοξο αν συνέβαινε κάτι διαφορετικό. Στις ομάδες γονέων η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων είναι μητέρες αλλά και γενικότερα στις περισσότερες δραστηριότητες των Κέντρων πλειοψηφούν οι γυναίκες. Ένα ερώτημα που πρέπει να απασχολήσει τους φορείς πρόληψης είναι μήπως η εύκολα εξηγήσιμη απουσία των ανδρών από τα προγράμματα εξίσου εύκολα έχει γίνει  αποδεκτή. Επιπλέον, δεν πρέπει να περνά απαρατήρητο ότι τα ερευνητικά στοιχεία (ΚΕΘΕΑ, ESPAD) αποδεικνύουν, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η εξάρτηση από παράνομες ουσίες αφορά περισσότερο τα αγόρια παρά τα κορίτσια. Επίσης, στην διεθνή βιβλιογραφία υπάρχει πλήθος δημοσιευμάτων που αναφέρονται στο σημαντικό ρόλο του πατέρα στην πορεία  ζωής των παιδιών και ιδιαίτερα των γιων (Pitman, 1998Fly, 1994 κ.ά.).

Το Κέντρο Πρόληψης Κοζάνης και στο παρελθόν ανέπτυξε  πρωτοβουλίες οργανώνοντας συζητήσεις με άνδρες στα ορυχεία της ΔΕΗ, στο στρατό κλπ. Για πρώτη φορά όμως λειτούργησε ομάδα γονέων-πατεράδων με σειρά συναντήσεων και με κλειστό αριθμό συμμετεχόντων.

Στην συγκεκριμένη ομάδα συμμετείχαν δεκαοχτώ (18) άντρες ηλικίας 30-45 χρονών και ήταν γονείς παιδιών προσχολικής και σχολικής ηλικίας. Συνολικά πραγματοποιήθηκαν επτά  (7) συναντήσεις, οι πέντε (5) σε πρώτη φάση και άλλες δύο (2) μετά την πάροδο οκτώ (8) μηνών. Έγινε επίσης και μια ακόμη συνάντηση, η αρχική, που δεν είχε βιωματικό χαρακτήρα.  Ήταν ανοιχτή -μόνο- στο αντρικό κοινό της πόλης και τιτλοφορούνταν «συζήτηση για μπαμπάδες». Σ’ αυτή συμμετείχαν 30-35 άντρες από τους οποίους προέκυψαν οι δεκαοκτώ (18)  που συγκρότησαν την ομάδα γονέων.

Η συμμετοχή των ανδρών  στην ζωή των παιδιών τους όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονταν

Υπήρχε μεγάλη διαφοροποίηση ανάμεσα στους πατεράδες ως προς την συμμετοχή τους στην ζωή των παιδιών όπως οι ίδιοι την αντιλαμβάνονταν. Υπήρχαν άντρες που πίστευαν ότι, τουλάχιστον κατά περιόδους, ήταν έξω από την ζωή των παιδιών τους και άλλοι που μιλούσαν για «υπεραπασχόληση» με τα παιδιά. Οι τελευταίοι, με εμφανή τα συναισθήματα αμηχανίας και ίσως και λίγης ντροπής, έκαναν λόγο για «μπέρδεμα ρόλων» και αναρωτιόταν   «μήπως γίναμε και λίγο μαμάδες». Πίσω από τέτοιες δηλώσεις ήταν έκδηλη η αγωνία μήπως μια τέτοια στάση μέσα στο σπίτι  δεν ήταν αρκετά αντρική και στην πραγματικότητα, με έναν τρόπο, έθεταν θέμα όχι μόνο ρόλου στη οικογένεια αλλά και προσωπικής επάρκειας.

Στην πορεία της ομάδας αναδύθηκε και μια άλλη σχετική πλευρά που συνοψίστηκε πολύ  χαρακτηριστικά από κάποιο μέλος: «Προέρχομαι από έναν πατέρα που τον έβλεπα λίγο αλλά στα μάτια μου είχε πολύ κύρος και ο λόγος του ήταν βαρύς. Εγώ έχω μεγάλη συνάφεια με τα παιδιά μου και αναρωτιέμαι μήπως αυτό γίνεται η αιτία να «φθείρομαι» στα μάτια τους και  ο λόγος μου να μην έχει το ίδιο βάρος».

Μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της ομάδας ήταν να αναπλαισιώσει με πολύ πιο θετικό τρόπο αυτό που οι ίδιοι όριζαν σαν “υπεραπασχόληση”. Ήταν πολύ ανακουφιστικό γι’ αυτούς να ακούν ότι το να είσαι παρών στην οικογενειακή ζωή και το να εκδηλώνεις συναισθήματα τρυφερότητας είναι ένα είδος καινούργιας δύναμης πολύ πιο συμβατής με την  σύγχρονη εποχή. Το παλιό πρότυπο πατέρα – κουβαλητή και προστάτη δεν είναι αρκετό, καθώς οι σύγχρονες συνθήκες ζωής επιτάσσουν την ολόπλευρη συμμετοχή στην οικογενειακή ζωή.

Η ανάγκη για «εκατό τοις εκατό παρουσία»

Κατά την δεύτερη συνάντηση τέθηκε το ιστορικό πλαίσιο των δυσκολιών των ανδρών στην σύγχρονη οικογένεια. Χρησιμοποιήθηκε μια άσκηση του ΑΚΜΑ (Αθηναϊκό Κέντρο Μελετών Ανθρώπου) που διευκόλυνε στην κατανόηση των ρόλων στην σύγχρονη ελληνική οικογένεια και πως αυτοί είναι επηρεασμένοι από το παρελθόν, όπου οι αρμοδιότητες των ρόλων ήταν απόλυτα διακριτές: ο σύζυγος θα μεριμνούσε για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών και για την ασφάλεια της οικογένειας,  ενώ η σύζυγος θα αναλάμβανε την φροντίδα του άνδρα, των παιδιών και του σπιτιού (Μπαρμπαλιού, 2017). Στην πορεία αμφισβητήθηκαν διευθετήσεις αιώνων και όλα έγιναν πιο περίπλοκα. Η γυναίκα βγήκε με ορμή στην εργασία και στην εκπαίδευση και ο άνδρας έπαψε να είναι ο μοναδικός κουβαλητής του σπιτιού. Η σχέση του ζευγαριού εκ των πραγμάτων άλλαξε, οι παλιές συμφωνίες δεν ήταν πια σε ισχύ. Οι γυναίκες, και με την βοήθεια του φεμινιστικού κινήματος, προσαρμόστηκαν στις αλλαγές με ταχύτερο ρυθμό από τους άνδρες. Οι τελευταίοι, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο την ανάγκη για πιο ουσιαστική συμμετοχή στο οικογενειακό γίγνεσθαι.

Για τους  συγκεκριμένους άνδρες το δύσκολο δεν ήταν η αποδοχή αυτής της ιδέας. Και μόνο η συμμετοχή τους στην ομάδα σηματοδοτούσε την απόφασή τους να κάνουν το καλλίτερο που μπορούσαν. Αυτό που πραγματικά τους δυσκόλευε ήταν το πώς, ο τρόπος και μερικές από τις δηλώσεις  ήταν πολύ ενδεικτικές της δυσκολίας: «Δεν πίνω, δεν έχω εξωσυζυγική σχέση, δεν πολύ-βγαίνω στο καφενείο, αλλά στο σπίτι δεν είναι ευχαριστημένοι από εμένα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι άλλο θέλουν». Και μόνο η χρήση του πληθυντικού «τι άλλο θέλουν» φανερώνει την αποξένωση που νιώθουν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, καθώς τα παιδιά εξαιτίας της δυσκολίας των ανδρών για επικοινωνία στρέφονται περισσότερο στην μητέρα για συναισθηματική επαφή. Τη δυσκολία αυτή εξέφρασε πολύ χαρακτηριστικά ένα άλλο μέλος της ομάδας: «Κάθε φορά που συζητώ με την κόρη μου, καταλαβαίνω ότι πρέπει να μάθω μια καινούργια γλώσσα, την γλώσσα των συναισθημάτων».

Η ιδέα που επανερχόταν σε όλη την διάρκεια των συναντήσεων ήταν το πόσο αναγκαία είναι σήμερα, όχι μόνο η φυσική παρουσία στην οικογένεια, αλλά και  η συναισθηματική. Αναγνώριζαν την δυσκολία και τους έκανε πολύ νόημα να ξέρουν ότι καλούνται να συμμετέχουν στην οικογενειακή ζωή με έναν τρόπο που δεν τον έμαθαν από τον δικό τους πατέρα. Είναι σαν να εξερευνούν νέες περιοχές.

Η ιστορική αναπλαισίωση της δυσκολίας τους ήταν πολύ διευκολυντική. Οι άνδρες είχαν μεγάλη ανάγκη να κατανοήσουν λογικά αυτό που τους ζητείται και οι πληροφορίες αυτές έδιναν τις απαντήσεις που χρειαζόταν. Επίσης, τους ανακούφιζε η ιδέα ότι η δυσκολία να είναι παρόν στην οικογένεια, με έναν πιο ικανοποιητικό για όλους τρόπο, δεν ήταν εξαιτίας της προσωπικής ανεπάρκειας αλλά σημείο των καιρών.

Ο όρος που επικράτησε στις συναντήσεις αυτές δεν ήταν «συναισθηματικά παρών» αλλά «εκατό τοις εκατό  παρών». Μ’ αυτό τον τρόπο αποτυπώθηκε και στα ερωτηματολόγια της αξιολόγησης από 4-5 άνδρες σαν το πιο σημαντικό όφελος από την συμμετοχή στην ομάδα. Φαίνεται ότι η έκφραση  «εκατό τοις εκατό  παρών» ήταν πιο συμβατή με την κουλτούρα των περισσοτέρων ανδρών.

Με  αφορμή τα παραπάνω, έχει αξία και μια επιπλέον παρατήρηση. Πολλές από τις γυναίκες που έρχονται στις ομάδες χρησιμοποιούν ένα λεξιλόγιο που είναι επηρεασμένο είτε από βιβλία ψυχολογίας, είτε από την συμμετοχή τους σε άλλες παρόμοιες ομάδες. Στους άνδρες δεν υπήρχε αυτό και το λεξιλόγιο τους ήταν περισσότερο επηρεασμένο από τον εργασιακό χώρο. Αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιες φράσεις όπως ακριβώς διατυπωθήκαν. «Οι άνδρες είμαστε απλά μηχανήματα έχουμε μόνο on – off», «Αγωνίζομαι όλα τα χρόνια να είμαι καλός επαγγελματίας και συνειδητοποιώ ότι σ’ αυτό που είναι το πιο σημαντικό, να είμαι πατέρας, είμαι ερασιτέχνης». Γενικότερα τα εκφραστικά μέσα ήταν πιο «ακατέργαστα» αλλά στην συγκεκριμένη ομάδα όχι μόνο δεν δυσκόλεψαν την διαδικασία αλλά αντίθετα την διευκόλυναν. Έδιναν ένα τόνο περισσότερο αυθόρμητο στον τρόπο που διεξαγόταν η συζήτηση.

Η ενεργητική ακρόαση

Η δεξιότητα, που δεν είναι ταυτόσημη αλλά εμπεριέχεται σ’ αυτό που οι άνδρες όριζαν σαν «εκατό τοις εκατό παρουσία» είναι να μπορεί κανείς να ακούει και να μπαίνει στη θέση του άλλου. Έτσι και αλλιώς, η ενεργητική ακρόαση είναι σε κάθε ομάδα γονέων ένα από τα πιο κεντρικά θέματα. Η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης ομάδας ήταν ότι όταν εισήχθηκε η έννοια της ενεργητικής ακρόασης συνάντησε τις πιο πολλές αντιστάσεις, αλλά στο τέλος των συναντήσεων δηλωνόταν σχεδόν από όλους σαν ένα από τα μεγαλύτερα οφέλη της συμμετοχής στην ομάδα. Η ενεργητική ακρόαση παρουσιάστηκε από τον συντονιστή όχι μόνο σαν μια στάση που διευκολύνει την επικοινωνία, αλλά και σαν ένας αποτελεσματικός τρόπος υποστήριξης των παιδιών. Η ένσταση αρκετών ανδρών ήταν ότι είχαν ανάγκη για κάτι «πιο γρήγορο, πιο αποτελεσματικό, πιο δραστικό». Χρειάστηκε πολύ μεγαλύτερη επιμονή στην τεκμηρίωση απ΄ ότι συνήθως για να γίνει, έστω με κάποια επιφύλαξη, αποδεκτό ότι μπορεί να λειτουργήσει. Δεν είναι παράδοξο που στο τέλος των συναντήσεων σημειώθηκε η ενεργητική ακρόαση από τόσο μεγάλο αριθμό μελών σαν κάτι το πολύτιμο. Η αντίσταση σε μια καινούργια ιδέα συχνά είναι η απόδειξη ότι κάποιος την παίρνει στα σοβαρά και την επεξεργάζεται. Μερικές φορές το πρόβλημα στις ομάδες είναι η εύκολη αποδοχή. Όπως και να χει, η προσπάθεια των πατεράδων να εντάξουν την ενεργητική ακρόαση στη ζωή τους ήταν εμφανής τόσο στη διάρκεια της πρώτης σειράς συναντήσεων όσο και στις δύο επαναληπτικές. Μιλούσαν με συγκεκριμένα παραδείγματα και  μέσα από αυτά  προέκυψε και μια άλλη ανάγκη που είναι συνδεδεμένη με την ενεργητική ακρόαση, η ανάγκη των συναντήσεων πρόσωπο με πρόσωπο. Ο συλλογισμός ήταν απλός και ουσιαστικός: «πρέπει να ακούω και για να ακούω πρέπει κάποιες φορές να είμαι με το καθένα από τα παιδιά μου ξεχωριστά. Όταν είμαι μαζί και με τα δύο μου παιδιά απλά τα επιτηρώ».

Με έναυσμα αυτή την συνειδητοποίηση 2-3 άνδρες  ένιωσαν την ανάγκη να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο με το κάθε παιδί ξεχωριστά και αυτό έφερε μια αλλαγή στις σχέσεις τους. Στις επαναληπτικές συναντήσεις δύο από τους πατεράδες συνέδεσαν, χωρίς να γίνει σχετικό σχόλιο από το συντονιστή, την δεξιότητα να ακούνε και τις συναντήσεις  πρόσωπο με πρόσωπο με την μειωμένη ζήλια που παρατήρησαν μεταξύ των παιδιών τους (μεταξύ των αδελφών). Ο ένας από τους δύο το έθεσε με μεγάλη αμεσότητα: «Από τότε που περνώ χρόνο με κάθε παιδί ξεχωριστά, τα βλέπω και τα δυο πιο ήρεμα και μαλώνουν λιγότερο. Φαίνεται ότι με χορταίνουν».

Η ομάδα σαν χώρος ξεκαθαρίσματος σκέψεων και ιδεών

Από πολύ νωρίς, από την τρίτη – τέταρτη συνάντηση, αρκετοί άντρες δήλωναν ότι η συμμετοχή τους στην ομάδα τους διευκόλυνε να είναι πιο ήρεμοι στο σπίτι. Η ομάδα αποτελούσε ένα χώρο όπου μπορούσαν να ξεκαθαρίσουν την σκέψη τους για τα θέματα που τους απασχολούσαν και αυτό ήταν πολύ ανακουφιστικό. Στην εξέλιξη της ομάδας επιβεβαιώθηκε αυτό που λίγο – πολύ είναι αναμενόμενο. Οι άντρες στους εργασιακούς χώρους ή στους χώρους όπου περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους  ανοίγουν συζητήσεις για τα παιδιά τους λιγότερο από ότι το κάνουν οι γυναίκες. Συνήθως, για τα παιδιά μιλάνε με τις συζύγους τους. Οι συζητήσεις όμως αυτές  είναι φορτισμένες με την δυναμική του ζευγαριού και η ποιότητα της σχέσης επηρεάζει πολύ και το περιεχόμενο της συζήτησης.  Η ομάδα δημιούργησε ένα πλαίσιο εμπιστοσύνης όπου μπορούσαν να ανταλλάξουν απόψεις με άλλους άντρες που βρίσκονται στην ίδια θέση με αυτούς. Αυτό και μόνο λειτουργεί πολύ υποστηρικτικά (Yalom, 2006). Τους έδωσε επίσης την δυνατότητα να εκφραστούν ελεύθερα και οι απόψεις τους είτε  να επικυρώνονται είτε να τροποποιούνται. Σε κάθε περίπτωση, η ομάδα διευκόλυνε το ξεκαθάρισμα και αυτό φαίνεται ότι είχε πολύ μεγάλη αξία για τους ίδιους. Η αβεβαιότητα για τους άντρες είναι συνυφασμένη  με αδυναμία και αν αυτό συσχετιστεί με το «βαρύ λόγο» των πατεράδων καθιστά   την υποστηρικτική λειτουργία της ομάδας ακόμη πιο πολύτιμη.

«Τι κάνω όταν διαφωνώ με την γυναίκα μου»

Η αβεβαιότητα συνδέεται με μια ακόμη πλευρά που τους απασχολούσε έντονα και αφορά στα θέματα που είχαν διαφορετική γνώμη από τις γυναίκες τους.

Το Κέντρο Πρόληψης Κοζάνης συντονίζει ομάδες γονέων στις οποίες συμμετέχουν κατά κύριο λόγο γυναίκες, από το 1999. Σε καμία από αυτές τις ομάδες δεν έβγαινε με τόση ένταση και αγωνία και από τόσα πολλά μέλη το ερώτημα «τι κάνω όταν διαφωνώ με τον σύντροφό μου», όπως έβγαινε από τους άντρες. Το ερώτημα τέθηκε από την αρχική  συνάντηση, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι βιωματικές διαδικασίες. Στην πραγματικότητα, μέσω αυτού του δρόμου έθεταν πολύ γρήγορα το θέμα της σχέσης του ζευγαριού που στην διάρκεια των συναντήσεων ερχόταν και επανερχόταν.  Θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αν σε επόμενες ομάδες ανδρών ή σε ομάδες άλλων Κέντρων Πρόληψης, παρατηρηθεί μια ανάλογη κατάσταση.

Έχοντας επίγνωση ότι μια και μόνο ομάδα είναι μικρό δείγμα, θα αποτολμήσουμε να διατυπώσουμε, με κάθε επιφύλαξη, ορισμένα σκέψεις. Παρόλο που τα πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν, οι μητέρες συνεχίζουν να νιώθουν ότι έχουν την μεγαλύτερη ευθύνη στο μεγάλωμα των παιδιών οπότε είναι φυσικό να θεωρούν ότι έχουν και τον πρώτο λόγο στις αποφάσεις, τουλάχιστον σε ζητήματα που αφορούν τα παιδιά. Με άλλα λόγια, η μεγαλύτερη τους συμμετοχή στην ζωή των παιδιών ισχυροποιεί και το λόγο τους σε ότι τα αφορά. Από μία άποψη νιώθουν μεγαλύτερη αυτάρκεια στον γονεϊκό ρόλο, από μια άλλη νιώθουν πιο μόνες απέναντι σε βαριά καθήκοντα. Όπως και να έχει, όταν προκύπτουν διαφωνίες ανάμεσα στο ζευγάρι οι γυναίκες μπαίνουν στην συζήτηση με πιο σίγουρες θέσεις και ο λόγος τους σε ζητήματα των παιδιών, τουλάχιστον όσο αυτά είναι μικρά, είναι περισσότερο καθοριστικός. Σ’ αυτό το πλαίσιο δεν είναι παράδοξο να εγείρονται ζητήματα στον άντρα σχετικά με τον ρόλο του στην οικογένεια και οι διαφωνίες να διαπλέκονται με θέματα που αφορούν στην δυναμική του ζευγαριού, και κυρίως ποιος έχει το πάνω χέρι στην σχέση.  Επειδή ακριβώς οι διαφωνίες διαπλέκονται με την δυναμική του ζευγαριού, το θέμα αυτό έρχονταν στην ομάδα με αρκετή φόρτιση και ενώ αρχικά αφορούσε τα παιδιά, όσο οι άνδρες ένιωθαν πιο άνετα να εκφραστούν, επεκτεινόταν και σε άλλα θέματα, κυρίως σε αυτά που αφορούσαν στη σχέση του ζευγαριού με τις πατρικές οικογένειες.

Το συναίσθημα του φόβου

Στην πέμπτη συνάντηση προέκυψε μέσα από την διεργασία της ομάδας ένα θέμα το οποίο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να μπει στον αρχικό προγραμματισμό μιας ομάδας γονέων 7-8 συναντήσεων. Το θέμα αφορά το συναίσθημα του φόβου.

Μια βασική αρχή που πρέπει να διέπει κάθε ομάδα είναι το «τόσο όσο», να μην ενθαρρύνονται, δηλαδή, τα μέλη να εισέρχονται σε θέματα με τρόπο που η συνοχή της ομάδας δεν το αντέχει. Η συγκεκριμένη ομάδα έφτασε να συζητά για τους φόβους που βιώνουν τα μέλη με πολύ φυσικό, αν και εκτός προγράμματος, τρόπο. Το ερέθισμα δόθηκε από ένα μέλος της ομάδας που ρώτησε πριν ακόμη ξεκινήσει η συνάντηση « για πιο λόγο έχουμε την τάση να καθόμαστε στις ίδιες θέσεις και κοντά στους ίδιους ανθρώπους». (Αναφερόταν στην συνήθεια των μελών της ομάδας να μην αλλάζουν θέση). Το στίγμα της απάντησης ήταν περίπου το εξής: «Οι άνθρωποι μπροστά στο άγνωστο αισθανόμαστε αγωνία και φόβο. Είναι συναισθήματα φυσιολογικά και πολύ χρήσιμα για την επιβίωση, αποτελούν κατά κάποιο τρόπο το σήμα να είμαστε προσεκτικοί. Για τον καθένα από εμάς η ομάδα είναι το άγνωστο και, εκ των πραγμάτων, προκύπτουν ερωτήματα αν θα γίνω αποδεχτός από τους άλλους,  αν θα τα καταφέρω κλπ. Στην προσπάθεια μας να μειώσουμε τις άγνωστες μεταβλητές και με αυτόν τον τρόπο να μειώσουμε και την αγωνία μας, κρατάμε σταθερά όσα μπορούμε: τις θέσεις μας, τους διπλανούς κλπ. Τα συναισθήματα της αγωνίας και του φόβου, ενώ είναι φυσιολογικά, αρχίζουν και γίνονται πρόβλημα όταν νομίζουμε ότι μόνο εμείς τα αισθανόμαστε και τα εκλαμβάνουμε σαν προσωπική ανεπάρκεια». Έγινε αυτή η δήλωση από το συντονιστή χωρίς να ζητηθεί κάτι άλλο από την ομάδα. Αυτό που επακολούθησε ήταν καταλυτικό για όλη την διαδικασία και για τις σχέσεις των ανδρών μεταξύ τους. Κάποιο μέλος πήρε το λόγο και αυθόρμητα μίλησε για κάποιο δικό του φόβο. Με τον τρόπο του έδωσε το έναυσμα και ακολούθησαν σχεδόν όλοι οι άλλοι. Όταν ολοκληρώθηκε ο πρώτος κύκλος, ζητήθηκε μια δεύτερη τοποθέτηση πάνω στο ερώτημα «τι σημαίνει για μένα να ακούω άλλους άνδρες να μιλάνε για τους φόβους τους». Ακολούθησαν απαντήσεις με έντονη συναισθηματική φόρτιση που γίνεται προσπάθεια, μερικές από αυτές, να αποδοθούν με σχετική ακρίβεια: «Νόμιζα ότι έπρεπε να είμαι ο βράχος όπου σκάνε όλα τα κύματα. Είναι ανακουφιστικό να ξέρω ότι δεν χρειάζεται να είμαι έτσι», «Στο μυαλό μου είχα το πρότυπο του «άντρακλα». Εγώ δεν είμαι έτσι και είναι  λυτρωτικό να ξέρω ότι δεν χρειάζεται να είμαι ο μάτσο άνδρας». «Με βοηθάει πολύ η σκέψη να ξέρω ότι και οι άλλοι είναι το ίδιο πελαγωμένοι με εμένα. Έτσι καταλαβαίνω ότι δεν είμαι προβληματικός».

Ο τελευταίος συμπυκνώνει την πιο σημαντική λειτουργία της ομάδας και ίσως αυτή η συνειδητοποίηση  να εξηγεί το γεγονός ότι κάποια από τα μέλη της ομάδας δήλωναν, από πολύ νωρίς, ότι αισθάνονται πιο ήρεμοι στο σπίτι. Οι ίδιοι, πάντως, όταν ρωτήθηκαν από τον συντονιστή τι είναι αυτό που τους κάνει πιο ήρεμους απαντούσαν, ότι δεν ξέρουν τι ακριβώς αλλά σίγουρα συνδέεται με την συμμετοχή τους στην ομάδα.

Κάθε ομάδα έχει τα δικά της κομβικά σημεία. Για την συγκεκριμένη ομάδα η συγκεκριμένη συνάντηση, πέρα από το προφανές, ότι δηλαδή «κανονικοποιούσε» το φόβο και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για τους άνδρες, ήταν ένα ποιοτικό άλμα στις σχέσεις των μελών. Ενδυνάμωσε την αίσθηση του «εμείς που συμμετείχαμε στην ομάδα ανδρών». Στο τέλος της συνάντησης και με αφορμή ένα βίντεο που προβλήθηκε, υπήρξε πολύ συγκίνηση γιατί ήταν η τελευταία της πρώτης φάσης και η συζήτηση για το φόβο  τους απελευθέρωσε και  τους διευκόλυνε να εκδηλώσουν συναισθήματα. Από το σύνολο των μελών διατυπώθηκε το αίτημα για επιπλέον συναντήσεις, όχι μόνο στο πλαίσιο της ομάδας, αλλά και εκτός αυτής. Έξι-εφτά μέλη από τότε κάνουν παρέα και ανά τρεις – τέσσερις μήνες περίπου καλούν και τους υπόλοιπους.

Οι επαναληπτικές συναντήσεις

Μετά την πάροδο οκτώ (8) μηνών έγιναν δύο (2) ακόμη συναντήσεις με αίτημα των ανδρών. Να σημειωθεί ότι οι άνδρες στο ενδιάμεσο είχαν βρεθεί (συνήθως σε καφέ, χωρίς την παρουσία του συντονιστή). Παρόλο που οι συναντήσεις αυτές κατέληγαν σε «τσίπουρα», η ομάδα είχε επηρεάσει πολύ το τι συζητούσαν και το πως. Στις επαναληπτικές συναντήσεις θεωρήθηκε σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν  τεχνικές από την εποπτεία ομοτίμων γιατί ο ρόλος του συντονιστή σ’ αυτόν τον τρόπο δουλειάς είναι λιγότερο παρεμβατικός και ενισχύει την  αυτενέργεια των μελών. Ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι να μπορέσουν οι συμμετέχοντες να διατηρήσουν την σχέση που δημιούργησαν και μέσα από αυτή να αντλήσουν υποστήριξη.

Στις συναντήσεις αυτές ζητήθηκε από τους άνδρες να πουν ένα περιστατικό ή μια κατάσταση που τη χειρίστηκαν καλύτερα μετά τα όσα έμαθαν στην ομάδα. Ήταν μια καλή ευκαιρία να διαπιστωθεί αν υπήρχαν οφέλη και κυρίως, αν αυτά άντεχαν στο χρόνο. Το τρίπτυχο «είμαι παρών», «ακούω», «αφιερώνω χρόνο ξεχωριστά σε κάθε παιδί» ήταν αυτό που σημείωναν οι περισσότεροι άνδρες. Δύο-τρεις από αυτούς είπαν ότι είναι πιο ήρεμοι στο σπίτι και άλλοι δύο έφεραν θέματα που αφορούσαν στην βελτίωση της σχέση του ζευγαριού.

Πέρα από τα επιμέρους οφέλη, το ζητούμενο σε κάθε ομάδα είναι η υποστήριξη. Ο σύγχρονος γονιός καλείται να μεγαλώσει τα παιδιά του σε ένα περιβάλλον πολύπλοκο και συχνά  νιώθει ανεπαρκής στον  γονεϊκό του ρόλο. Οι άνδρες βιώνουν ακόμη πιο έντονα το συναίσθημα της ανεπάρκειας. Νιώθουν εντελώς απροετοίμαστοι και του προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη αμηχανία το γεγονός ότι η ανατροφή των παιδιών, αν το δούμε με ιστορικούς όρους, μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν υπόθεση των γυναικών (Meth & Pasick, 2000). Η δυνατότητα της ομάδας να παρέχει υποστήριξη απορρέει, κατά κύριο λόγο, από την σχέσεις που δημιουργούνται. Όσο ενδυναμώνονται οι σχέσεις και το συναίσθημα της ασφάλειας τόσο δημιουργούνται οι προϋποθέσεις εκμάθησης πιο λειτουργικών στάσεων και συμπεριφορών (Γουρνάς, 2015). Δουλειά του συντονιστή είναι η φροντίδα των σχέσεων και αυτό ισχύει για κάθε ομάδα αλλά πολύ περισσότερο στις περιπτώσεις εκείνες  που δεν προϋπάρχει μεγάλη εμπειρία. Μια τέτοια προσέγγιση παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια και στο συντονιστή γιατί, διαφορετικά,  υπάρχει ο κίνδυνος  να είναι πολύ  μακριά από τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων που συμμετέχουν. Αυτός ήταν και ο λόγος που τα προαποφασισμένα θέματα ήταν 2-3 και όλα τα υπόλοιπα προέκυψαν μέσα από την διεργασία της ομάδας, στην οποία ο συντονιστής πρέπει να είναι πολύ ανοιχτός για να μπορεί να παραμείνει συντονισμένος με τις ανάγκες των μελών.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Bly, R. (1994). Αναζητώντας τον άνδρα ή τι σημαίνει να είσαι άνδρας.  Αθήνα: Λύχνος.

Μπαρμπαλιού, Ε. (2017). Η επιστροφή του άνδρα. Αθήνα: Πεδίο

Μάτσα, Κ. (1998). Ο τοξικομανής στο ρόλο του εξιλαστήριου θύματος της οικογένειας και της κοινωνίας.  Τετράδια Ψυχιατρικής, 45.

Pittman, F. (1998). Ο άνδρας σε κρίση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Meth, R. & Pasick, R. (2000). Άνδρες σε θεραπεία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Καραμανωλάκη, Χ., Χαραλαμπάκη, Κ. & Μιχόπουλος, Γ. (Επιμ.) (2015), Η θεραπευτική σχέση. Αθήνα: Καστανιώτη.

Yalom, I. (2016). Θεωρία και πράξη της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Αθήνα:  Άγρα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s